ropa Græsk

4 oversættelser
Oversættelse Kontekst Lyd
almindelig
🇪🇸 Necesito comprar ropa nueva
🇬🇷 Πρέπει να αγοράσω καινούρια ρούχα
🇪🇸 La ropa está en el armario
🇬🇷 Τα ρούχα είναι στην ντουλάπα
daglig brug
formel
🇪🇸 La tienda ofrece una variedad de prendas y ropa
🇬🇷 Το κατάστημα προσφέρει μια ποικιλία ενδυμάτων και ρούχων
🇪🇸 La ropa de alta calidad es importante
🇬🇷 Η υψηλής ποιότητας ένδυση είναι σημαντική
formel
sjælden
🇪🇸 La ropa del protagonista refleja su carácter
🇬🇷 Τα ρούχα του πρωταγωνιστή αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα του
🇪🇸 En la novela, la ropa simboliza la identidad
🇬🇷 Στο μυθιστόρημα, τα ρούχα συμβολίζουν την ταυτότητα
litterær
formel
🇪🇸 El inventario de ropa es necesario para la gestión
🇬🇷 Η καταγραφή του ρουχισμού είναι απαραίτητη για τη διαχείριση
🇪🇸 El sector del ropaje industrial crece
🇬🇷 Ο τομέας του βιομηχανικού ρουχισμού αναπτύσσεται
teknisk