Buntstift Græsk
4 oversættelser
| Oversættelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
almindelig
🇪🇸 Necesito un Buntstift para dibujar
🇬🇷 Χρειάζομαι ένα μολύβι χρωμάτων για να ζωγραφίσω
🇪🇸 El niño pintó con su Buntstift
🇬🇷 Το παιδί ζωγράφισε με το μολύβι χρωμάτων
|
daglig brug | |
|
almindelig
🇪🇸 El niño eligió un Buntstift morado
🇬🇷 Το παιδί επέλεξε ένα μωβ μολύβι
🇪🇸 Usa un Buntstift para colorear
🇬🇷 Χρησιμοποιεί ένα μολύβι για να χρωματίσει
|
til børn | |
|
formel
🇪🇸 El artista usó un Buntstift para crear la obra
🇬🇷 Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε ένα χρωματιστό μολύβι για να δημιουργήσει το έργο
🇪🇸 Los diseñadores prefieren los Buntstifte de calidad
🇬🇷 Οι σχεδιαστές προτιμούν τα ποιοτικά χρωματιστά μολύβια
|
formel | |
|
teknisk
🇪🇸 Utilizó un Buntstift para el boceto
🇬🇷 Χρησιμοποίησε ένα μολύβι σχεδίασης για το σκίτσο
🇪🇸 El Buntstift es esencial en el diseño técnico
🇬🇷 Το μολύβι σχεδίασης είναι απαραίτητο στον τεχνικό σχεδιασμό
|
teknisk |