ramppi Græsk
3 oversættelser
| Oversættelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
almindelig
🇫🇮 Rakennuksen sisäänkäynnillä on ramppi.
🇬🇷 Στην είσοδο του κτιρίου υπάρχει ράμπα.
🇫🇮 Pyörätuolilla pääsee sisään rampin kautta.
🇬🇷 Με την αναπηρική καρέκλα μπαίνεις μέσω της ράμπας.
|
daglig brug | |
|
teknisk
🇫🇮 Ramppi lentokentällä auttaa koneita kiinnittymään.
🇬🇷 Η ράμπα στο αεροδρόμιο βοηθά τα αεροπλάνα να παρκάρουν.
🇫🇮 Kuorma-auton lastausramppi on nostettu.
🇬🇷 Η ράμπα φόρτωσης του φορτηγού έχει σηκωθεί.
|
teknisk | |
|
formel
🇫🇮 Rakennuksen ramppi on suunniteltu esteettömyyttä varten.
🇬🇷 Η ράμπα εισόδου του κτιρίου είναι σχεδιασμένη για προσβασιμότητα.
🇫🇮 Ramppi on tärkeä osa rakennuksen esteettömyyttä.
🇬🇷 Η ράμπα εισόδου αποτελεί σημαντικό μέρος της προσβασιμότητας του κτιρίου.
|
formel |