puhuttu Græsk
4 oversættelser
| Oversættelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
almindelig
🇫🇮 Puhuttu teksti on valmis
🇬🇷 Ο προφορικός κείμενος είναι έτοιμος
🇫🇮 Puhuttu sana on vahva
🇬🇷 Ο προφορικός λόγος είναι ισχυρός
|
formel | |
|
sjælden
🇫🇮 Hän käytti puhuttua kieltä
🇬🇷 Χρησιμοποίησε ομιλημένη γλώσσα
🇫🇮 Puhuttu tarina oli koskettava
🇬🇷 Ο ομιλημένος μύθος ήταν συγκινητικός
|
litterær | |
|
almindelig
🇫🇮 Puhuttu on tärkeä osa keskustelua
🇬🇷 Ο λόγος είναι σημαντικό μέρος της συζήτησης
🇫🇮 Hän antoi puhuttua
🇬🇷 Έδωσε ομιλία
|
formel | |
|
almindelig
🇫🇮 Puhuttu teksti on arkistoitu
🇬🇷 Το ειπωμένο κείμενο έχει αρχειοθετηθεί
🇫🇮 Tämä on puhuttu versio
🇬🇷 Αυτή είναι η προφορική έκδοση
|
skriftsprog |