Stimulation Græsk
4 oversættelser
| Oversættelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
formel
🇫🇮 Hermoston stimulointi aiheuttaa signaalin siirtymisen.
🇬🇷 Η διέγερση του νευρικού συστήματος προκαλεί τη μετάδοση σήματος.
🇫🇮 Aivot tarvitsevat jatkuvaa stimulaatiota toimiakseen tehokkaasti.
🇬🇷 Ο εγκέφαλος χρειάζεται συνεχή διέγερση για να λειτουργεί αποτελεσματικά.
|
tekninen, lääketieteellinen | |
|
almindelig
🇫🇮 Stimulointi lisää mielenkiintoa ja motivaatiota.
🇬🇷 Η διέγερση αυξάνει το ενδιαφέρον και το κίνητρο.
🇫🇮 Lasten aivot kehittyvät parhaiten sopivassa stimulaatiossa.
🇬🇷 Ο εγκέφαλος των παιδιών αναπτύσσεται καλύτερα με κατάλληλη διέγερση.
|
psykologinen, dagligdags sprog | |
|
almindelig
🇫🇮 Ihon stimulaatio voi aiheuttaa pienen ärsytyksen.
🇬🇷 Ο ερεθισμός του δέρματος μπορεί να προκαλέσει μικρή ενόχληση.
🇫🇮 Silmä reagoi valon stimulointiin nopeasti.
🇬🇷 Το μάτι αντιδρά γρήγορα στον ερεθισμό από το φως.
|
fyysinen, dagligdags sprog | |
|
almindelig
🇫🇮 Opettajan stimulointi rohkaisee oppilaita oppimaan.
🇬🇷 Η ενθάρρυνση του δασκάλου παρακινεί τους μαθητές να μάθουν.
🇫🇮 Vanhempien stimulointi on tärkeää lapsen kehitykselle.
🇬🇷 Η ενθάρρυνση από τους γονείς είναι σημαντική για την ανάπτυξη του παιδιού.
|
sosiaalinen, motivaatio |