pott Græsk
4 oversættelser
| Oversættelse | Kontekst | Lyd |
|---|---|---|
|
almindelig
🇪🇪 Ma panen poti pliidilele
🇬🇷 Βάζω την κατσαρόλα στη κουζίνα
🇪🇪 Pott on köögis
🇬🇷 Η κατσαρόλα είναι στην κουζίνα
|
daglig brug | |
|
almindelig
🇪🇪 Ta viskas poti täis vett
🇬🇷 Αυτή η κατσαρόλα είναι γεμάτη νερό
🇪🇪 Poti võib kasutada ka ettekandmiseks
🇬🇷 Η κατσαρόλα μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και για σερβίρισμα
|
uformel | |
|
sjælden
🇪🇪 Raamat räägib vanadest pottidest ja nende kasutusest
🇬🇷 Το βιβλίο μιλάει για παλιά κατσαρόλες και τη χρήση τους
🇪🇪 Pott võib olla ajalooline ese
🇬🇷 Η κατσαρόλα μπορεί να είναι ένα ιστορικό αντικείμενο
|
litterær | |
|
formel
🇪🇪 Pott oli valmistatud raudast
🇬🇷 Το καζάνι ήταν φτιαγμένο από σίδερο
🇪🇪 Suured potid kasutati toiduvalmistamiseks tööstuslikus skaalas
🇬🇷 Μεγάλες καζάνες χρησιμοποιούνταν για μαζική παραγωγή φαγητού
|
teknisk |